Τετάρτη, 21 Απριλίου 2021

Η πατερική περί Αποκαλύψεως και Αντιχρίστου διδασκαλία και η σύγχρονη έρευνα.

 


 

 

Πάντως, ελάχιστα είναι τα σημεία της περί Αντιχρίστου πατερικής διδασκαλίας που στηρίζονται, αποκλειστικά, στην Αποκάλυψη. Τα περισσότερα στηρίζονται και σε άλλα χωρία της Αγίας Γραφής. Έτσι π.χ. η διδασκαλία για την τέλεση ψευτοθαυμάτων απ’ τον Αντίχριστο δεν στηρίζεται μόνο στην Αποκάλυψη αλλά και στην Β΄ προς Θεσσαλονικείς. Η διδασκαλία για τα δεινά που θα πλήξουν την ανθρωπότητα στο τέλος του κόσμου δεν θεμελιώνεται μόνο στην Αποκάλυψη αλλά και στον εσχατολογικό λόγο του Κυρίου. Η διδασκαλία για την έλευση του Προφήτη Ηλία στηρίζεται και στην προφητεία του Μαλαχία και σε χωρία των ευαγγελίων. Επομένως, ακόμη και αν κάποιος φανεί επιφυλακτικός απέναντι στην Αποκάλυψη, καταλήγει στην ίδια, περίπου, εσχατολογική άποψη με αυτόν που τη δέχεται ανεπιφύλακτα. Πάντως, στην Αποκάλυψη κάποια σημεία περιγράφονται πιο αναλυτικά· και η διδασκαλία για το χάραγμα του Αντιχρίστου, για το οποίο τόσο μελάνι χύνεται, βρίσκεται μόνο στην Αποκάλυψη.

Είναι αλήθεια πως δεν μπορεί να γίνει συζήτηση για την υπόθεση του Αντιχρίστου χωρίς να γίνει αναφορά στην ερμηνευτική παράδοση της Αποκάλυψης. Χωρία αυτού του ιερού βιβλίου που αναφέρονταν στον Αντίχριστο είχαν ήδη σχολιαστεί απ’ τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας. Τμήματα της Αποκάλυψης ερμηνεύονται απ’ τους Αγίους Ιουστίνο, Ειρηναίο, Ιππόλυτο και άλλους. Με τον καιρό συγγράφονται τα πρώτα ερμηνευτικά υπομνήματα σε ολόκληρο το βιβλίο της Αποκάλυψης. Ο Άγιος Ιππόλυτος Ρώμης και ο Ωριγένης έγραψαν υπομνήματα στην Αποκάλυψη που, όμως, χάθηκαν ή σώθηκαν μόνο αποσπασματικά1. Η πρώτη συστηματική προσπάθεια ερμηνείας της Αποκάλυψης που διασώθηκε είναι αυτή του Αγίου Βικτωρίνου Πεταβίου, ο οποίος ερμήνευσε χωρία απ’ όλα, σχεδόν, τα κεφάλαια του ιερού βιβλίου. Την ερμηνεία του διόρθωσε σε κάποια σημεία ο Άγιος Ιερώνυμος2. Τον 6ο αιώνα συνέγραψε ερμηνεία στην Αποκάλυψη ο Άγιος Καισάριος της Αρλεάτης3, τον 7ο αιώνα ο Άγιος Βέδας4 και τον 12ο ο Άγιος Νεόφυτος ο έγκλειστος γράφει κάποια σχόλια σ’ αυτήν5. Υπάρχουν και πολλά άλλα υπομνήματα στην Αποκάλυψη ή κείμενα, όπου ερμηνεύονται τμήματα αυτής από Εκκλησιαστικούς συγγραφείς της Ανατολής και της Δύσης6. Αυτό που πρέπει να τονίσουμε είναι πως η ερμηνευτική παράδοση της Αποκάλυψης στα σημεία τουλάχιστον που αφορούν στον Αντίχριστο είναι ενιαία. Μικρές διαφοροποιήσεις υπάρχουν αλλά η βασική διδασκαλία είναι η ίδια.

Εμείς στην εργασία μας χρησιμοποιούμε κατ’ αρχήν τα ερμηνευτικά κείμενα που έχουν γράψει σε ολόκληρη την Αποκάλυψη ή σε αποσπάσματά της Άγιοι της Εκκλησίας μας, και πιο συγκεκριμένα οι Άγιοι Ειρηναίος, Ιππόλυτος, Βικτωρίνος, Ιερώνυμος, Αυγουστίνος, Καισάριος της Αρελάτης, Γρηγόριος ο Μέγας, Βέδας και Νεόφυτος ο έγκλειστος. Στα πλαίσια της εξέτασης της ευρύτερης χριστιανικής γραμματείας μελετήσαμε και τα υπομνήματα των Οικουμενίου7, Ανδρέα8 και Αρέθα9, που κατά τον Μπρατσιώτη « ὑπενθυμίζουσιν ἐν πολλοῖς τὰς κλασσικάς τῶν Ἑλλήνων Πατέρων ἐρμηνείας »10. Άλλωστε, η ερμηνευτική παράδοση της Αποκάλυψης στο χώρο της Ανατολής βασίζεται σ’ αυτά τα τρία υπομνήματα. Και δεν είναι τυχαίο το ότι οι Ανδρέας και Αρέθας χαρακτηρίζονται Άγιοι σε πολλά χειρόγραφα των υπομνημάτων τους στην Αποκάλυψη. Ο χαρακτηρισμός τους ως Αγίων, προφανώς, επικράτησε και λόγω του θαυμασμού των πιστών για το ερμηνευτικό τους έργο, αφού, άλλωστε, τα βιογραφικά στοιχεία που διαθέτουμε γι’ αυτούς, ειδικά για τον Ανδρέα Καισαρείας, είναι ελάχιστα· και συνιστά αναγνώριση και επικύρωση της αξίας του ερμηνευτικού τους έργου απ’ τη συνείδηση της Εκκλησίας.

Μέχρι τον 10ο αιώνα η περί Αντιχρίστου διδασκαλία της Εκκλησίας έχει καταγραφεί. Από εκεί και ύστερα επαναλαμβάνεται από διάφορους Εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Ίσως κάποια σημεία να διασαφηνίζονται ή να αναλύονται περισσότερο, όμως τίποτε ουσιαστικό δεν προστίθεται. Γι’ αυτό και εμείς παραπέμπουμε ως επί το πλείστον σε συγγραφείς της πρώτης χιλιετίας.

Τον εικοστό αιώνα, η περί Αντιχρίστου διδασκαλία παρατίθεται κανονικά σε « δογματικές », όπως π.χ. αυτή του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, του Ανδρούτσου ή του Τρεμπέλα11. Αξιόλογα έργα συγγράφονται. Ιδιαίτερης μνείας αξίζουν τα έργα του Ανδρέα Θεοδώρου, Η περί Αντιχρίστου ιδέα και Η ώρα του Αντιχρίστου, αλλά και η μονογραφία του π. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου, Ο Αντίχριστος. Βέβαια, έχουν εκδοθεί και πολλά άλλα αξιόλογα έργα. Αξίζει να αναφερθεί η εργασία του Μάρκου Σιώτη πάνω στην ερμηνεία του αριθμού του θηρίου. Σχετική με το ίδιο θέμα είναι και η διδακτορική διατριβή της Ευαγγελίας Αμοιρίδου για την ιστορία της ερμηνείας του αριθμού 666.

Στο χώρο της ετερόδοξης Θεολογίας έχουμε σημαντικές μελέτες για τη χριστιανική διδασκαλία σχετικά με το πρόσωπο του Αντιχρίστου, κυρίως, απ’ τα τέλη του 19ου αιώνα12. Το έργο του Bousset The Antichrist legend: A chapter in Jewish and Christian folklore13, θεωρείται κλασικό. Πολύ γνωστό είναι και το έργο του Jenks The origins and early developments of the Antichrist Myth14, το πόνημα του Bernard McGinn, Antichrist: Two thousands years of the human fascination with evil15 και η εργασία του Peerbolte L. J. Lietaert, The Antecedents of Antichrist, A Traditio-historical study of the earliest Christian views on eschatological opponets16. Υπάρχουν βέβαια και άλλα αξιόλογα έργα17.

Όλοι αυτοί οι ξένοι συγγραφείς έχουν κάνει πολύ καλή δουλειά όσον αφορά στον εντοπισμό και τη μετάφραση κειμένων της χριστιανικής γραμματείας – ειδικά των πρώτων αιώνων – που αναφέρονται σ’ αυτό το θέμα. Ωστόσο, τα έργα, κάποιων, τουλάχιστον, εξ αυτών, έχουν μια σημαντική αδυναμία. Οι συγγραφείς τους αναζητούν σ' όλα τα κείμενα επιρροές από άλλα προγενέστερα κείμενα, από παραδόσεις της εποχής τους, αστικούς μύθους και ιστορικά γεγονότα. Αναζητούν πάντοτε ανθρώπινες επιδράσεις, ποτέ ουράνιες εμπνεύσεις. Κατά τη γνώμη μας, το πρόβλημα είναι ότι η έρευνά τους περιορίζεται στη γη, δεν επεκτείνεται στον ουρανό18. Παραθεωρεί το στοιχείο του υπερφυσικού, του « υπέρ λόγον », στο οποίο βασίζεται η Χριστιανική Πίστη. Είναι περισσότερο ιστορική και λιγότερο θεολογική. Υπερτονίζονται οι ιστορικοί παράγοντες, δεν γίνεται λόγος για Θεοπνευστία. Αυτό είναι μονομέρεια. Δεν ισχυριζόμαστε πως και αυτά τα θέματα δεν θα πρέπει να συζητώνται και να ερευνώνται. Δεν αποκλείουμε κάποια επίδραση ιστορικών γεγονότων ή άλλων παραδόσεων στα εσχατολογικά έργα των Πατέρων της Εκκλησίας. Αλλά πιστεύουμε πως, όταν αυτή υπάρχει, είναι πολύ πιο περιορισμένη απ’ όσο ισχυρίζονται οι ερευνητές που προαναφέραμε.

Ένα άλλο σφάλμα είναι το ότι συνεξετάζουν τα απόκρυφα19 με τα κανονικά βιβλία της Αγίας Γραφής. Συνεξετάζουν αστικούς μύθους με τα κανονικά βιβλία της Κ.Δ.. Συνεξετάζουν ιουδαϊκές, βαβυλωνιακές ή άλλες παραδόσεις με τα χριστιανικά κείμενα20. Και όλα αυτά τα βλέπουν σαν ισόκυρα. Βρίσκονται σε μια διαδικασία συνεχούς αμφισβήτησης και, συνήθως, αναζητούν αντιθέσεις στα αγιογραφικά και πατερικά κείμενα αντί να εφαρμόζουν την τακτική της σύνθεσης. Και, ενώ τα κείμενα, συχνά, συμπληρώνουν το ένα το άλλο, αυτοί επιμένουν να τα βλέπουν σαν αντίθετα και να διατυπώνουν εικασίες προκειμένου να εξηγήσουν αντιθέσεις που δεν υφίστανται παρά μόνο στη φαντασία τους21. Κάποτε, υποτάσσουν τα πατερικά κείμενα σε δικά τους θεωρητικά πλαίσια και προσωπικές θεωρίες22. Τελικά, χαρακτηρίζουν την χριστιανική διδασκαλία « παραμύθι » και επιχειρούν να μετατρέψουν την Θεολογία σε λαογραφία23.

Είναι, πραγματικά, θλιβερό, το ότι κάποιοι μελετητές αναζητούν την πατερική άποψη και, σε γενικές γραμμές, την εκθέτουν, χωρίς, όπως φαίνεται, να την πιστεύουν. Χαρακτηριστικοί είναι οι τίτλοι των έργων των Bousset και Jenks. Ο ένας μας μιλά για « antichrist myth » και ο άλλος για « antichrist legend »24. Τα έργα τους μοιάζουν περισσότερο με φιλολογική κριτική και λιγότερο με θεολογική εργασία. Και η εμμονή τους για αναζήτηση ιστορικών ή μυθολογικών αιτίων στη διαμόρφωση της περί Αντιχρίστου πατερικής διδασκαλίας φέρνει στο νου το αντίστοιχο έργο του Ρενάν, που θεωρούσε πως η περί Αντιχρίστου διδασκαλία ήταν αποτέλεσμα των διωγμών κατά του Χριστιανισμού25. Αλλά ο Ρενάν δεν πίστευε πως ο Θεός κατέβηκε στη γη. Γιατί να πιστεύει πως θα ανέβει ο διάβολος; Μια τέτοια άποψη μοιάζει φυσιολογική για έναν άθεο. Δεν είναι φυσιολογική για ένα καθηγητή Θεολογίας. Αυτοί οι ερευνητές εκθέτουν την πατερική διδασκαλία. Την αντιπαραβάλλουν, συχνά, με σύγχρονες ή μεταγενέστερες εσχατολογικές θέσεις και απόψεις. Και, όμως, είναι λίγο ανερμάτιστη η αναζήτησή τους. Τους λείπει η πίστη στην Ιερά της Εκκλησίας Παράδοση· στο αλάθητο της Εκκλησίας· στη διαχρονική παρουσία του Αγίου Πνεύματος μέσα στην κοινότητα των πιστών.

Αξίζει να αναφερθεί πως ο Soloviev απέρριπτε την άποψη του Renan ότι η διδασκαλία για τον Αντίχριστο προήλθε απ’ τους διωγμούς του Νέρωνα κατά των Χριστιανών26. Και, προφανώς, ούτε τα παρόμοια συμπεράσματα άλλων ξένων ερευνητών συμμεριζόταν, καθώς και αυτά βασίζονταν στην ίδια φιλοσοφία στην οποία βασίστηκε και ο Renan, τη λογική της αποκλειστικά ανθρώπινης προέλευσης των ιερών κειμένων της Αγίας Γραφής. Η μικρή Ιστορία για τον Αντίχριστο του μεγάλου Ρώσου φιλοσόφου δίνει την ορθή θέση πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, καθώς ο Αντίχριστος παρουσιάζεται σ’ αυτό το έργο ως ένα υπαρκτό πρόσωπο27. Κατά τη γνώμη μας, δεν είναι τυχαίο που ο Soloviev στη Μικρή Ιστορία για τον Αντίχριστο γράφει ότι αυτός θα καυχιέται πως έχει ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτορας της Θεολογικής Σχολής της Τυβίγγης για ένα μεγάλο έργο του πάνω στο γνωστό δόγμα της Θρησκειοϊστορικής σχολής, την « υψηλή κριτική » ( higher criticism ). Ο Soloviev είχε διαγνώσει έναν υφέρποντα αντιχριστιανισμό σ’ αυτή τη χριστιανική κατά τα άλλα θεολογική μέθοδο, που κατά κόρον χρησιμοποιούν κάποιοι απ’ τους ερευνητές που προαναφέραμε28. Έτσι, στο έργο του Σολόβιεφ, ο Αντίχριστος φέρεται να λέγει: « Ίσως, γνωρίζετε πως την περίοδο της νεότητάς μου ακόμη έγραψα ένα μεγάλο βιβλίο σχετικά με την “ Υψηλή Κριτική ”, το οποίο εκείνη την εποχή ήγειρε πολλά σχόλια και έθεσε τα θεμέλια της δημοτικότητάς μου. Σε ανάμνηση αυτού, υποθέτω, το Πανεπιστήμιο της Τυβίγγης πριν από λίγες μέρες μου ζήτησε να αποδεχθώ τον τίτλο του επίτιμου Διδάκτωρος της Θεολογίας. Απάντησα πως τον αποδέχομαι με ευχαρίστηση και ευγνωμοσύνη »29.

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί πως πολλά απ’ τα επιχειρήματα των ερευνητών που εφήρμοσαν τη μέθοδο της υψηλής κριτικής για να στηρίξουν τις θέσεις τους, κατέπεσαν30. Και μπορεί οι ίδιοι να θεωρούν ότι η διδασκαλία περί Αντιχρίστου είναι αποκύημα της φαντασίας των πρώτων Χριστιανών, ωστόσο, οι δικές τους κριτικές μελέτες είναι εκείνες που, δίκαια, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως η αποθέωση της υπόθεσης και της εικασίας. Κατά τη γνώμη μας, η φαντασία, πράγματι, χρησιμοποιήθηκε. Όχι, όμως, απ’ τους Πατέρες της Εκκλησίας που αναφέρθηκαν στο θέμα του Αντιχρίστου αλλά από σύγχρονους μελετητές που παρουσιάζουν δικά τους υποθετικά σενάρια σαν σύγχρονη επιστημονική έρευνα.

Πάντως, αυτή η άποψη δεν πέρασε ούτε στην κλασική ευαγγελική, ούτε την Ρωμαιοκαθολική ή την Ορθόδοξη άποψη για τον Αντίχριστο31. Άσκησε, βέβαια, κάποια επίδραση, επηρέασε κάποιους Θεολόγους, όμως, ως επί το πλείστον, παρέμεινε υπόθεση μεταξύ κάποιων αναθεωρητών ακαδημαϊκών. Δεν πέρασε στο σύνολο της θεολογικής κοινότητας ούτε στη συνείδηση του κόσμου. Άλλωστε, υπήρξαν και έργα που εκθέτουν την παραδοσιακή χριστιανική άποψη περί του Αντιχρίστου και των εσχάτων χρόνων. Απ’ την πλευρά των Ρωμαιοκαθολικών θεολόγων αξίζει να αναφερθεί το έργο του Pieper Joseph The end of time: A meditation on the philosophy of history32, που βασίζεται κυρίως σε δυτικούς συγγραφείς, και απ’ την πλευρά των προτεσταντών το παλιότερο, βέβαια, έργο του Νewman The patristic idea of Antichrist33 και το έργο του Arthur Pink The Antichrist34. Yπάρχουν, βέβαια, και πολλά άλλα. Στον Ορθόδοξο χώρο η ορθόδοξη διδασκαλία για τον Αντίχριστο, αναμφισβήτητα, κυριαρχεί35.

 

 

 

 

1 Ο Άγιος Ιππόλυτος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την Αποκάλυψη. Ως έργα του αναφέρονται ένα υπόμνημα στην Αποκάλυψη, που μνημονεύεται απ’ τον Άγιο Ιερώνυμο, Τα Υπέρ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου και Αποκαλύψεως και τα κεφάλαια κατά Γαΐου. Βλ. σχετικά Π. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, τ. Β΄, σελ. 729-730. Ωστόσο, η σύγχρονη έρευνα δεν έχει λύσει, οριστικά, το ζήτημα των σχετικών με την Αποκάλυψη έργων του Ιππολύτου. Αποσπάσματα απ’ αυτά τα έργα έχουν διασωθεί σε διάφορα κείμενα, όπως το υπόμνημα του Ανδρέα Καισαρείας, το υπόμνημα στην Αποκάλυψη του Σύρου Διονυσίου Bar Salibi και ένα ανώνυμο αραβικό υπόμνημα στην Αποκάλυψη του 13ου αιώνα. Ο John Gwynn παρουσίασε σε άρθρο του το 1888 τα αποσπάσματα του έργου του Ιππολύτου Κεφάλαια κατά Γαΐου που διασώθηκαν στο υπόμνημα του Διονυσίου Bar Salibi. Σ’ αυτό το άρθρο παρέθεσε και ισχυρή επιχειρηματολογία για τη γνησιότητα των αποσπασμάτων. Βλ. John Gwynn « Hippolytus and hisheads against Caius ” », Hermathena vol. 6 ( 1888 ), σελ. 397-418. Ο Pierre Prigent εξέδωσε και άλλα σχόλια του Ιππολύτου στην Αποκάλυψη στα άρθρα του « Hippolyte, commentateur de lApocalypse », Theologische Zeitschrift 28 ( 1973 ), σελ. 391-412 και « Les Fragments Du De Apocalypsi d’ Hippolyte », Theologische Zeitschrift 29, ( 1973 ), σελ. 313-333. Σχολιασμό των αποσπασμάτων βλ. και στο Alberto Camplani and Emanuela Prinzivalli, « Sul Significato dei nuovi frammenti siriaci dei Capitula adversus Caium attribuiti a Ippolito », Augustinorum, 38 ( 1998 ), σελ. 49-82. Εμείς χρησιμοποιούμε στην εργασία μας τα σχόλια του Ιππολύτου απ’ τα Κεφάλαια κατά Γαΐου που παρουσίασε ο Gwynn. Με την Αποκάλυψη ασχολήθηκε και ο Ωριγένης. Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι καθηγητές Δυοβουνιώτης και Harnack εξέδωσαν ένα χειρόγραφο με σχόλια του Ωριγένους στην Αποκάλυψη ( K. Dyobouniotis, Ad, Harnack, Der Scholien-Kommentar des Origenes zur Apocalypse Johannis, Texte und Unters, 1911 ). Το κείμενο εκδόθηκε και απ’ την Β.Ε.Π.Ε.Σ. ( τ. 17, σελ. 134-160 ). Σήμερα, αυτό το έργο θεωρείται ως συλλογή ερμηνευτικών σχολίων των Ειρηναίου, Κλήμεντος Αλεξανδρέως, Διδύμου του Τυφλού και, κυρίως, του Ωριγένους. Δεν είναι βέβαιο, αν τα σχόλια του Ωριγένους προέρχονται από υπόμνημά του στην Αποκάλυψη ή από άλλα έργα του. Ο Ωριγένης αναφέρει στο υπόμνημά του στο κατά Ματθαίον πως σκόπευε να υπομνηματίσει την Αποκάλυψη αλλά δεν είναι βέβαιο, αν, τελικά, πραγματοποίησε την πρόθεσή του. Βλ. σχετικά Χρήστου Παναγιώτου, Ελληνική Πατρολογία, τ. Β΄, σελ. 826 και 841.

2 Ο Βικτωρίνος υπήρξε επίσκοπος Πεταβίου, έζησε τον δεύτερο και τρίτο αιώνα και μαρτύρησε, πιθανότατα, κατά τον διωγμό του Διοκλητιανού. Γνώριζε τα ελληνικά καλύτερα από τα λατινικά και οι θεολογικές επιρροές που παρουσιάζει είναι και αυτές της Ελληνικής Ανατολής. Η ερμηνεία του στην Αποκάλυψη γνώρισε μεταγενέστερες προσθήκες και αναθεωρήσεις από διάφορους συντάκτες. Πρώτος ο Άγιος Ιερώνυμος αναθεώρησε το έργο διορθώνοντας πολλά γραμματικά και συντακτικά λάθη που οφείλονταν στην μη επαρκή γνώση των λατινικών απ’ τον συγγραφέα, και, κυρίως, αντικαθιστώντας τη χιλιαστική ερμηνεία χωρίων της Αποκάλυψης με τη δική του μη χιλιαστική ερμηνεία. Ακολούθησαν άλλες δύο αναθεωρήσεις με λίγες διαφοροποιήσεις σε κάποια σημεία. Το αρχικό κείμενο του Βικτωρίνου ξεχώρισε απ’ τις μεταγενέστερες αναθεωρήσεις ο Haussleiter στην έκδοση του έργου στον 49ο τόμο της σειράς CSEL. Σ’ αυτή την έκδοση το κείμενο της Ερμηνείας του Βικτωρίνου και της διόρθωσης του Ιερωνύμου τίθενται το ένα δίπλα στο άλλο, ενώ σε κάποια σημεία παρατίθενται και οι μεταγενέστερες αναθεωρήσεις. Εμείς παραπέμπουμε με τη σημείωση Βικτωρίνου και Ιερωνύμου, Ε.Α. ( Ερμηνεία Αποκαλύψεως ), καθώς στα περισσότερα σημεία το κείμενο είναι το ίδιο, ενώ οι τυχόν διορθώσεις του Ιερωνύμου, όταν γίνονται, αφορούν κυρίως σε θέματα γραμματικής ή σύνταξης, με το νόημα να παραμένει το ίδιο. Παραπέμπουμε και στην έκδοση της σειράς ANF, όπου παρατίθεται αγγλική μετάφραση της τελευταίας αναθεώρησης, εφ’ όσον αυτή επαναλαμβάνει την ερμηνεία των Αγίων Βικτωρίνου και Ιερωνύμου. Στα σημεία, όπου υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ της ερμηνείας του Βικτωρίνου και της διόρθωσης του Ιερωνύμου ή των υπολοίπων αναθεωρήσεων, αυτό επισημαίνεται. Για τον Βικτωρίνο και την ερμηνεία του στην Αποκάλυψη, βλ. Ηaussleiter Johannis, Prolegomena Ι, ΙΙ και ΙΙΙ, στο Victorini Episcopi Petavionensis opera, CSEL 49, σελ. VII-LXVI, Bruce F.F., « The earliest latin commentary on the Apocalypse », στο The Evangelical Quarterly, 10 ( 1938 ), σελ. 352-366, και Αμοιρίδου Ευαγγελίας, Ιστορία της Ερμηνείας του αριθμού του θηρίου 666, ο.π., σελ. 89-92. Το 1997 το έργο του Βικτωρίνου κυκλοφόρησε και απ’ τη σειρά Source Chiriennes. Βλ. Martine Dulaey, Victorin de Poetovio. Sur l’ Apocalypse et autres icrits ( S.C. 423, Paris: Les Iditions du Cerf, 1997 ). Η Dulaey κυκλοφόρησε και μια εργασία σε δύο τεύχη σχετικά με τον Βικτωρίνο, όπου αναπτύσσονται και θέματα απ’ την ερμηνεία του στην Αποκάλυψη. Βλ. Martine Dulaey, Victorin de Poetovio: Premier Exigete Latin ( Collection des itudes augustiniennes. Sirie antiquiti 139-140. Paris: Institut ditudes augustiniennes, 1993 ). Τον Οκτώβριο του 2011 κυκλοφόρησε και η αγγλική μετάφραση του υπομνήματος του Αγίου Βικτωρίνου απ’ τον William Weinrich. Bλ. το κείμενο του υπομνήματος στο Ancient Christian Texts, Latin Commentaries on Revelation, Victorinus of Petovium, Apringius of Beja, Caesarius of Arles and Bede the Venerable, translated and edited by William C. Weinrich, InterVarsity Press, Illinois 2011, σελ. 1-22 και τα εισαγωγικά σχόλια του William Weinricrh στις σελ. xviii-xxiv.

3 O Άγιος Καισάριος Αρελάτης γεννήθηκε το 470 στην περιοχή του Chalon-sur-Saone σε μια πλούσια χριστιανική γαλλο-ρωμαϊκή οικογένεια. Σε ηλικία 17 ετών εισήλθε στον κλήρο και δύο χρόνια αργότερα έγινε μοναχός στην περίφημη μονή του Λειρίνου, όπου σπούδασε και Θεολογία. Λίγο καιρό αργότερα έφυγε απ’ το μοναστήρι, αφ’ ενός μεν διότι η υγεία του υπέστη ζημιά λόγω της αυστηρής άσκησης που μετήρχετο ( έτρωγε μόνο κάθε Κυριακή ), αφ’ ετέρου δε γιατί η υπερβολική αυστηρότητα του Καισαρίου, που ήταν cellelarius, δηλαδή Οικονόμος, υπεύθυνος διανομής τροφίμων και πραγμάτων, δημιούργησε προβλήματα στις σχέσεις του με τους άλλους αδελφούς. Ο Καισάριος ήταν εξαιρετικά φειδωλός, καθώς θεωρούσε πως οι μοναχοί δεν ασκούνταν, ούτε νήστευαν όσο θα έπρεπε. Προφανώς, οι υπόλοιποι μοναχοί είχαν άλλη άποψη. Ζήτησαν και πέτυχαν την απομάκρυνση του Καισαρίου απ’ το διακόνημά του. Ο Καισάριος μετέβη με παρότρυνση του ηγουμένου του στην Αρελάτη, όπου υπήρχαν πολλοί γιατροί που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν να αναρρώσει. Εκεί τον υποδέχτηκε με χαρά ο επίσκοπος της πόλης Αιόνιος, που ήταν και συγγενής του. Ο Αιόνιος τον χειροτόνησε διάκονο και Ιερέα, τον τοποθέτησε το 499 Ηγούμενο της μονής της Αρελάτης και τον όρισε διάδοχό του. Μετά την κοίμηση του Αιόνιου το 502, ο Καισάριος έγινε Επίσκοπος Αρελάτης. Ο Καισάριος, ως επίσκοπος της πιο σημαντικής επισκοπής της Νότιας Γαλλίας υπήρξε υπερβολικά δραστήριος. Προώθησε τα μοναχικά και ασκητικά ιδεώδη, ιδρύοντας ένα γυναικείο μοναστήρι, που έφτασε να αριθμεί τις 200 μοναχές και στο οποίο τοποθέτησε Ηγουμένη την αδελφή του Καισαρία, και γράφοντας μοναχικούς κανόνες για τα δύο, πλέον, μοναστήρια της Αρελάτης. Συνεκάλεσε τουλάχιστον έξι τοπικές συνόδους και ασχολήθηκε με τον εκχριστιανισμό των πληθυσμών της περιοχής. Και όλα αυτά, ενώ αντιμετώπιζε ποικίλα προβλήματα απ’ τους Βησιγότθους, Οστρογότθους και Φράγκους επικυρίαρχους. Πάνω απ’ όλα, όμως, ο Άγιος Καισάριος υπήρξε ποιμένας του λαού. Απελευθέρωσε χιλιάδες ανθρώπους, που είχαν αιχμαλωτιστεί στους διάφορους πολέμους που συνέβαιναν τότε στην περιοχή, και είχαν πουληθεί ως δούλοι. Προ πάντων, επεδίωξε την καλλιέργεια και ανάπτυξη του αυθεντικού χριστιανικού ήθους και πνεύματος στους Χριστιανούς. Έγραψε περί τους 250 λόγους σε απλή γλώσσα και ανέθεσε σε πολλούς συνεργάτες του, κληρικούς και λαϊκούς, το έργο του κηρύγματος του λαού. Το 542 κοιμήθηκε. Πριν περάσουν επτά χρόνια απ’ την κοίμησή του, συγγράφηκε ο βίος του από πέντε κληρικούς που υπήρξαν μαθητές του. Ο βίος του Αγίου Καισαρίου είναι, πράγματι, εντυπωσιακός. Αναφέρονται σ’ αυτόν και πολλά θαύματα που επετέλεσε πριν και μετά τον θάνατό του. Βλ. τον βίο του Αγίου Καισαρίου στο Caesarius of Arles: Life, Testament, Letters, translated with notes and introduction by William E. Klingshirn, Liverpool University Press, Liverpool 1994, σελ. 1-66. Βλ. και William E. Klingshirm, Caesarius of Arles, The making of a Christian Comminity in late Antique Gaul, Cambridge University Press, Cambridge 2004. Το 2003 οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ερείπια του καθεδρικού ναού της Αρελάτης της εποχής του Αγίου Καισαρίου. Υπολογίζεται πως ήταν ο μεγαλύτερος ναός της Γαλλίας και ένας απ’ τους μεγαλύτερους της Ευρώπης. Το υπόμνημα του Αγίου Καισαρίου στην Αποκάλυψη θεωρείται πως είναι στην ουσία σημειώσεις που χρησιμοποιούσε για τα κηρύγματα που έκανε σε εκκλησιαστικές συνάξεις. Ο Άγιος Καισάριος διευκρινίζει στο προοίμιο της ερμηνείας του πως θα ερμηνεύσει το ιερό κείμενο σύμφωνα με την αναγωγική μέθοδο. Και, πράγματι, ερμηνεύει την Αποκάλυψη κυρίως αλληγορικά–εκκλησιαστικά, εστιάζοντας το ενδιαφέρον του στο μήνυμα που θα μπορούσε να κομίσει το ιερό βιβλίο στους ανθρώπους που ποίμαινε, στους ανθρώπους της εποχής του. Ωστόσο, σε κάποια σημεία την ερμηνεύει και εσχατολογικά. Ακολουθεί σε γενικές γραμμές την εκκλησιαστική ερμηνευτική παράδοση της Αποκάλυψης, την οποία φαίνεται πως, εν μέρει, γνώριζε. Πάντως, κάποιες θέσεις του δείχνουν πως αυτή του η γνώση ήταν ελλιπής. Το υπόμνημα του Καισαρίου στην Αποκάλυψη αποδιδόταν απ’ την παράδοση στον Αυγουστίνο, μέχρι που οι J. B. Morel και Germain Morin απέδειξαν πως ήταν έργο του επισκόπου Αρελάτης. Το 2011 κυκλοφόρησαν δύο μεταφράσεις στα αγγλικά του υπομνήματος. Η μία είναι αυτή του William Weinrich, βασίζεται στην κριτική έκδοση του υπομνήματος που είχε εκδώσει ο Morin ( Germain Morin, Sancti Caesarii Episcopi Arelatensis Opera Omnia nunc Primum in Unum Collecta, vol. 2: Opera Varia, Maretioli 1942, σελ. 209-77 ) και κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2011. Αυτήν χρησιμοποιούμε και εμείς. Bλ. το κείμενο του υπομνήματος στο Ancient Christian Texts, Latin Commentaries on Revelation, Victorinus of Petovium, Apringius of Beja, Caesarius of Arles and Bede the Venerable, translated and edited by William C. Weinrich, ο.π., σελ. 63-109 και τα εισαγωγικά σχόλια του William Weinricrh σελ. xxxi-xli. Η άλλη είναι του Heidi Heiks και βασίζεται στο κείμενο της P.L. ( P.L. 35, 2417-2452 ). Βλ. Heidi Heiks, A.D. 508, Source Book, 1, Τeach Services 2011, σελ. 143-208.

4 Ο Άγιος Βέδας ( το όνομα « Βέδας » στην παλαιά Σαξωνική γλώσσα σημαίνει « Ιερέας ») γεννήθηκε το 672-3 και σε ηλικία επτά ετών παραδόθηκε από συγγενείς του στο μοναστήρι του Wearmouth που ακολουθούσε το μοναχικό τυπικό του Αγίου Βενεδίκτου. Στη συνέχεια με άλλους αδελφούς μετακινήθηκαν στο « δίδυμο » μοναστήρι του Jarrow. Σ’ αυτά τα δύο μοναστήρια έζησε όλη τη ζωή του. Αναφέρεται πως μόνο δύο φορές βγήκε απ’ αυτές τις μονές για εργασίες. Σε μια εποχή που το βασιλικό παλάτι ήταν φτιαγμένο από ξύλο ή από ερείπια ρωμαϊκών κτιρίων που είχαν τροποποιηθεί, το μοναστήρι διέθετε πέτρινο ναό με βιτρώ και εικόνες της Παναγίας, των Αποστόλων, σκηνών των Ευαγγελίων και της Αποκάλυψης. Το μοναστήρι απολάμβανε την προστασία του Βασιλιά και ήταν το κέντρο του Βρετανικού Χριστιανισμού. Ο Βέδας χειροτονήθηκε διάκονος στα 19 του χρόνια και Ιερέας στα τριάντα. Στο μοναστήρι σπούδασε καλλιγραφία, γραμματική, αριθμητική, μουσική, φυσικές επιστήμες και, βέβαια, Θεολογία. Αφιέρωσε την ζωή του στη διδασκαλία, την ψαλμωδία και τη συγγραφή θεολογικών συγγραμάτων. Τα πιο γνωστά έργα του είναι η ιστορία των μοναχών των μοναστηριών Wearmouth και Jarrow και η εκκλησιαστική ιστορία των Άγγλων. Στη συγγραφή αυτών των έργων οφείλει και τον τίτλο του Πατέρα της Βρετανικής Ιστορίας. Έγραψε υπομνήματα σε βιβλία της Αγίας Γραφής και ποιήματα. Συνολικά, έγραψε περί τα εξήντα βιβλία. Τα έργα του γνώρισαν ευρύτατη διάδοση. Πέθανε την ημέρα της Αναλήψεως του 735 ψάλλοντας το « Gloria Patri », αφού υπαγόρευσε τις τελευταίες προτάσεις της αγγλικής μετάφρασης τμήματος του Κατά Ιωάννην ευαγγελίου και της μετάφρασης του έργου του Ισιδώρου De Natura Rerum. Μετά το θάνατό του άρχισε να τιμάται ως Άγιος, αρχικά, στην Αγγλία και, αργότερα, η τιμή του ως Αγίου πήρε γενικότερο χαρακτήρα. Ο Αλκουίνος πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του αναφέρει θαύματα που επιτελέστηκαν με την χάρη των λειψάνων του. Πολύ νωρίς ονομάστηκε « Venerable ». Τον ενδέκατο αιώνα τα λείψανά του εκλάπησαν απ’ το μοναστήρι του Jarrow και μεταφέρθηκαν στο Durham, όπου τοποθετήθηκαν μαζί με τα λείψανα του Αγίου Cuthbert. Το γεγονός αυτό αναφέρεται ως παράδειγμα ιερής κλοπής που συνηθιζόταν εκείνη την περίοδο. Η επίδραση του έργου του υπήρξε τεράστια. Και μόνο το γεγονός πως σ’ αυτόν οφείλεται η καθιέρωση της χρονολόγησης με τη διάκριση ανάμεσα σε εποχή π.Χ. και μ.Χ. στον δυτικό κόσμο, αρκεί για να καταδείξει την μέγιστη συνεισφορά του στην διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού. Ο Ρωμαιοκαθολικός πάπας Λέων ο ΙΓ΄ του απένειμε τον τίτλο « Doctor Ecclesiae ». Είναι ο μοναδικός Βρετανός Άγιος που πήρε αυτόν τον τίτλο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του στις 27 Μαΐου. Ο Άγιος Βέδας έγραψε την ερμηνεία του στην Αποκάλυψη μεταξύ των ετών 703 και 716. Στο έργο του χρησιμοποιεί τις ερμηνείες των Τυχονίου και Πριμασίου αλλά και ερμηνευτικές θέσεις των Αγίων Βικτωρίνου, Ιερωνύμου, Αυγουστίνου και Γρηγορίου του Μεγάλου. Παραπέμπουμε στη μετάφραση του έργου στα αγγλικά που εκπόνησε ο Edward Marshall ( The explanation of the Apocalypse by Venerable Beda, Trans. Edward Marshall, Oxford 1878 ) και το λατινικό κείμενο που υπάρχει στην P.L. 93, 129-206. Τον Οκτώβριο του 2011 κυκλοφόρησε και η μετάφραση του υπομνήματος στα αγγλικά απ’ τον William Weinrich. Η μετάφραση βασίζεται στην κριτική έκδοση του Roger Gryson ( CCL 121A, Turnhout, Brepols Publishers 2001 ). Bλ. το κείμενο του υπομνήματος στο Ancient Christian Texts, Latin Commentaries on Revelation, Victorinus of Petovium, Apringius of Beja, Caesarius of Arles and Bede the Venerable, ο.π., σελ. 110-195 και τα εισαγωγικά σχόλια του William Weinricrh σελ. xli-l. Γενικότερα, για τον Άγιο Βέδα και το έργο του βλ. και George Hardin Brown, Bede the Venerable, Twaynes English Authors Series 443, Boston: Twayne, 1987, και Benedicta Ward, The Venerable Bede, Harrisburg: Morehouse, 1990.

5 Το έργο επιγράφεται ως Νεοφύτου πρεσβυτέρου μοναχού και εγκλείστου περί της Αποκαλύψεως του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου σαφήνεια διά βραχέων και γράφτηκε για να εκφωνηθεί κατά την εορτή της Μεταστάσεως του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Περιέχεται στο έργο του Αγίου Νεοφύτου Πρώτη Πανηγυρική που αποτελείται από 30 λόγους που αφορούν σε εορτές του πρώτου τετραμήνου ( Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος ) του εκκλησιαστικού έτους. Ο Άγιος Νεόφυτος γράφει στην αρχή του λόγου του πως μόλις διάβασε και εξέτασε διεξοδικά την Αποκάλυψη που μέχρι τότε γνώριζε μόνο εξ ακοής. Η Σαφήνεια περιέχει εν συντομία το περιεχόμενο και την ερμηνεία της Αποκάλυψης. Ο Άγιος Νεόφυτος ακολουθεί σε γενικές γραμμές την ορθόδοξη ερμηνευτική παράδοση, αν και σε κάποια σημεία διαφοροποιείται. Το κείμενο της Σαφήνειας βλ. Αγίου Νεοφύτου του εγκλείστου συγγράμματα, τ. Γ΄, Έκδοση Ιεράς Βασιλικής και Σταυροπηγιακής Μονής Αγίου Νεοφύτου, Πάφος 1999, σελ. 212-247. Σχετικά με τον συγγραφέα και το έργο του βλ. Αμοιρίδου Ευαγγελίας, Ιστορία της Ερμηνείας του αριθμού του θηρίου 666, ο.π., σελ. 141-150 και Ιωσήφ μοναχού, Άγιος Νεόφυτος ο έγκλειστος, Η ουρανόδρομη πορεία του, Άγιον Όρος 1986.

6 Βλ. Gumerlock X. Francis, « Patristic Commentaries on Revelation, The problem of accessibility », Kerux, 23, 2 ( Sept. 2008 ), σελ. 3-13.

7 Σύμφωνα με τα τελευταία πορίσματα της έρευνας, ο Οικουμένιος που συνέγραψε την ερμηνεία στην Αποκάλυψη είναι αυτός που παρουσιάζεται και στις ερμηνευτικές σειρές ( Για το ζήτημα των Οικουμενίων βλ. Μπελέζου Ι. Κωνσταντίνου, Η « Ερμηνεία » του Οικουμενίου του Σχολαστικού στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, Ιστορική και μεθοδολογική προσέγγιση, Εταιρεία των φίλων του λαού, Αθήναι 1999, σελ. 53-63 ). Έζησε τον πέμπτο και έκτο αιώνα και ήταν φίλος του αιρετικού Σεβήρου Αντιοχείας. Ωστόσο, όπως φαίνεται και στην μεταξύ τους αλληλογραφία, διαφοροποιούνταν σημαντικά από θεολογικές θέσεις και ερμηνευτικές επιλογές του, ενώ, όπως γράφει ο Μπελέζος, « η ομολογία του Οικουμενίου “ ἐκ δύο μὲν φύσεων… ὁ Ἐμμανουήλ… τελείως ἐχουσῶν… οὔτε συγχυθέντων… οὔτε μην διαιρουμένων μετὰ τὴν ἄφραστον καὶ ἀφαντασίαστον ἕνωσιν ” ισοδυναμούσε, λίγο αργότερα, στο χώρο των μετριοπαθών μή χαλκηδονίων, με αναγνώριση της Συνόδου της Χαλκηδόνος και γεφύρωση του χάσματος στο θέμα της χριστολογικής ορολογίας » ( Βλ. σχετικά Μπελέζου, Η « Ερμηνεία » του Οικουμενίου του Σχολαστικού στην Αποκάλυψη του Ιωάννου, Ιστορική και μεθοδολογική προσέγγιση, ο.π., σελ. 37.41-43 κ.α. ). Πάντως, το κύριο ενδιαφέρον του Οικουμενίου ήταν η ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης χρησιμοποιεί το ερμηνευτικό έργο του Οικουμενίου στην ερμηνεία του στις καθολικές επιστολές και στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Η ερμηνεία του Οικουμενίου στην Αποκάλυψη γράφτηκε, πιθανότατα, μεταξύ των ετών 512-518 και υπήρξε το πρώτο Βυζαντινό υπόμνημα στην Αποκάλυψη. Ωστόσο, γρήγορα επισκιάστηκε απ’ το έργο του Ανδρέα Καισαρείας. Το 1999 κυκλοφόρησε και η κριτική έκδοση της ερμηνείας του Οικουμενίου. Βλ. Οικουμενίου, Ἑρμηνεία τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ θεσπεσίου καὶ εὐαγγελιστοῦ καὶ Θεολόγου Ἰωάννου, traditio exegetica graeca 8, Εditvs a Marc de Groote, Lovanii in aedibus peeters, 1999.

8 Το υπόμνημα του Ανδρέα Καισαρείας, λόγω της ευρύτατης διάδοσης που γνώρισε, συνετέλεσε τα μέγιστα στον παραμερισμό της επιφυλακτικότητας που επικρατούσε στην Ανατολική Εκκλησία για το βιβλίο της Αποκάλυψης. Και υπήρξε το σημαντικότερο ελληνικό υπόμνημα στην Αποκάλυψη. Βλ. Μπρατσιώτου Π., Η Αποκάλυψις του Αποστόλου Ιωάννου, Αθήναι 1950, σελ. 42-43. Για τη συνεισφορά του Ανδρέα Καισαρείας στην ερμηνευτική παράδοση της Αποκάλυψης στο χώρο της Ορθόδοξης Ανατολής βλ. και στην πρόσφατη αξιόλογη εργασία της Eugenia Scarvelis Constantinou, Andrew of Caesarea and the Apocalypse in the ancient church of the East: Studies and Translation, These presentee a la Faculte des etudes superieures de lUniversite Laval dans le cadre du programme de doctorat en theologie pour lobtention du grade Philosophiae Doctor ( Ph. D. ), Faculte de Theologie et de sciences religieuses Universite Laval, Quebec 2008, σελ. 234-247. Η Constantinou στο δεύτερο μέρος της διατριβής της παραθέτει και αγγλική μετάφραση του έργου του Ανδρέα. Αυτή η μετάφραση κυκλοφόρησε, πρόσφατα, απ’ τη σειρά Fathers of the Church.

9 Ο Αρέθας Καισαρείας έζησε τον 9ο και τον 10ο αιώνα. Το έργο του ονομάζεται Ἐκ τῶν Ἀνδρέᾳ τῷ μακαριωτάτῳ Ἀρχιεπισκόπῳ Καισαρείας Καππαδοκίας εἰς τὴν Ἀποκάλυψιν πεπονημένων θεαρέστως, σύνοψις σχολική, παρατεθεῖσα ὑπὸ Ἀρέθα ἀναξίου Ἐπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας και έχει αποσπάσματα από τις ερμηνείες των Ανδρέα, Οικουμενίου και άλλων, τα οποία, συχνά, αναπτύσσει, ενώ διατυπώνει και δικές του ερμηνευτικές θέσεις. Συνέγραψε το έργο του λίγο μετά το 913. Η ερμηνεία του σώζεται σε δύο μορφές, μια σύντομη και περιεκτική που υπάρχει στην Πατρολογία του Μigne ( P.G. 106, 211-458 ) και μια μακρά και διεξοδική που εκδόθηκε απ’ τον Cramer ( J.A. Cramer, Catena in epistolas catholicas, Catenae Graecorum Patrum in Novum Testamentum, vol VIII, accesserunt Oecoumenii et Arethae Comentarri in Apocalypsim, Oxford 1840, Childesheim 1967, σελ. 176-496 ). Χρησιμοποιήσαμε την δεύτερη ως πληρέστερη. Για την ερμηνεία του Αρέθα βλ. και Ταμιωλάκη Βασιλείου, Η διδασκαλία του Αρέθα Καισαρείας για τον Αντίχριστο, Διπλωματική εργασία, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 4-6 κ.α. ).

10 Μπρατσιώτου Π., Η Αποκάλυψις του Αποστόλου Ιωάννου, ο.π., σελ. 44.

11 Βλ. Ανδρούτσου Χρ., Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, 2η έκδοση, Αστήρ, Αθήνα α.χ., σελ. 440-2 και Τρεμπέλα Π., Δογματική, τομ. 3ος, Εκδόσεις Σωτήρ, Αθήνα 1962, σελ. 444-8. Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς εκθέτει την περί Αντιχρίστου διδασκαλία της Εκκλησίας στον τρίτο τόμο του έργου του Δογματική της Ορθοδόξου Εκκλησίας ( τόμος 19 στην συλλογή των συγγραμμάτων του που έχουν εκδοθεί στη σερβική γλώσσα ). Σχετικές αναφορές υπάρχουν και σε ερμηνευτικά έργα του.

12 Σύντομη έκθεση των πιο σημαντικών σημείων αυτών των εργασιών μπορεί κάποιος να βρει στο έργο του Cristian Badilita, Metomorphoses de lAntichrist chez les Peres de lEglise, Paris 2005, σελ. 11-32.

13 Bousset, Bousset, The Antichrist legend: A chapter in Jewish and Christian folklore, translated by A.H. Keane, London 1896.

14 Jenks C. Gregory, The origins and early developments of the Antichrist Myth, Berlin and New York: Walter de Gruyter, 1991. Ο Jenks εξετάζει κείμενα που αναφέρονται στον Αντίχριστο της περιόδου 180 μ.Χ. – 300 μ.Χ..

15 McGinn Bernard, Antichrist: Two thousands years of the human fascination with evil, Harper, New York San Francisco 1994.

16 Peerbolte L. J. Lietaert, The Antecedents of Antichrist, A Traditio-historical study of the earliest Christian views on eschatological opponets, E. J. Brill, New York 1996.

17 Βλέπε π.χ. Emmerson R. K., Antichrist in the Middle ages, A study of Medieval Apocalypticism, Art and literature, Seattle University of Washington Press, 1981. Ειδικά, στις σελ. 74-107 αναφέρονται πολλές αρχαίες πηγές σχετικά με το πρόσωπο του Αντιχρίστου.

18 Ο Jenks π.χ. αναφέρεται σε εξέλιξη του μύθου και σε Χριστιανική φαντασία ( Jenks C. Gregory, The Antichrist Myth, o.π., σελ. 97 ). Στο βιβλίο του δεν υπάρχει αναφορά στη Θεοπνευστία, στην άνωθεν αποκάλυψη.

19 Στο θέμα του Αντιχρίστου αναφέρονται και πολλά απόκρυφα κείμενα, όπως η Ανάληψη Ησαΐα, η Αιθιοπική Αποκάλυψη Πέτρου και πολλά άλλα. Βλ. αναλυτική έκθεση της σχετικής απόκρυφης διδασκαλίας και στο L. J. Lietaert Peerbolte, The Antecedents of Antichrist, A Traditio-historical study of the earliest Christian views on eschatological opponets, ο.π., σελ. 224-340.

20 Οι Gunkel και Bousset ανήκαν και οι δύο στην Religiongeschichtliche Schule ( History of Religion School ) που αναζητεί την ιστορία των παραδόσεων πίσω απ’ το βιβλικό κείμενο. Θεωρούσαν πως η χριστιανική σκέψη επηρεάστηκε από παραδόσεις και συστήματα ιδεών διαφόρων λαών. Οι απόψεις τους, τελικά, βρίσκονται μακρύτερα απ’ την αλήθεια σε σχέση με τις αντίστοιχες του Renan. Ο τελευταίος θεωρούσε, εσφαλμένα, πως η περί Αντιχρίστου διδασκαλία είχε τις ρίζες της σε ιστορικά γεγονότα. Οι Gunkel και Bousset εντόπιζαν αυτές τις ρίζες στο χώρο της μυθολογίας. Σχετικά με τις παραδόσεις περί Δράκοντος βλ. Herman Gunkel, Creation and Chaos in the primeval era and in the eschaton, Religio and historical study of Genesis 1 and Revelation 12, ο.π., σελ. 21-66. Κριτική απέναντι στις ανοησίες της ιστορικοκριτικής μεθόδου, γενικότερα, ασκεί ο ιστορικός και παπυρολόγος Carsten Peter Thiede στο έργο του Ein Fisch fuer den roemischen Kaiser-Juden, Griechen, Roemer:Die Welt des Jesus Christus, Muenchen 1998. Κατά τον Thiede, κανένας ιστορικός δεν θα χρησιμοποιούσε την ιστορικοκριτική μέθοδο, όπως κάνουν οι καινοδιαθηκολόγοι. Bλ. σχετικά και Klein Βασιλείου, Υφηγητού Πανεπιστημίου Βόννης, Βιβλικές προβληματικές μεταξύ Ανατολής και Δύσης, Παρέμβαση στο 31ο Ιερατικό Συνέδριο της Ι.Μ. Γερμανίας, Μόναχο, 30.10-02.11.2000 ( http://www.orthodoxie.net/gr/Texte/Texte_Varia/Klein_BiblFragestellung_Gr.html ) και Βούλγαρη Σπ. Χρίστου, « Η θρησκειοϊστορική Σχολή και η χριστολογία της Καινής Διαθήκης », Φιλοτεχνία, Αφιέρωμα εις τον μητροπολίτην Γέροντα Χαλκηδόνος Αθανάσιον Παπάν, Εταιρεία μελέτης της καθ’ ημάς Ανατολής, Αθήνα 2011, σελ. 143-160. Νωρίτερα, ο C. S. Lewis είχε ανατρέψει τις θεωρίες των διαφόρων αναθεωρητών θεολόγων του βιβλικού, κυρίως, χώρου με σχετικές αναφορές σε έργα του. Ιδιαίτερη εντύπωση μας προξένησε το δοκίμιό του « Η σύγχρονη θεολογία και η κριτική της βίβλου », όπου σε πέντε μόλις σελίδες καταδεικνύει τα μεθοδολογικά σφάλματα και την αντιεπιστημονικότητα αναθεωρητών θεολόγων όπως ο Bultmann, που « υποστηρίζουν ότι μπορούν να διακρίνουν και τον κόκκο της άμμου και δεν μπορούν να διακρίνουν έναν ελέφαντα στα πέντα μέτρα μέρα μεσημέρι » ( C. S. Lewis, « Η σύγχρονη θεολογία και η κριτική της βίβλου », στο έργο του Josh McDowell, Ζητώ αποδείξεις, Εκδόσεις Ο Λόγος, Πειραιάς 2005, σελ. 529 ).

21 Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Wrede θεωρούσε πως η αναφορά της Α΄ Θεσσαλονικείς ( 5,1-11 ) στο άμεσο και επικείμενο της Β΄ Παρουσίας και η αναφορά της Β΄ Θεσσαλονικείς ( 2,1-13 ) στα σημεία των καιρών που θα προηγηθούν, δεν μπορεί να προέρχονται απ’ την ίδια πένα. Κλασικό δείγμα σκέψης που αναζητά αντιθέσεις, χαρακτηριστικό παράδειγμα αντιθετικής και όχι συμπληρωματικής-συνθετικής ερμηνείας. Αργότερα, ο Abraham Malherbe υποστήριξε το αυτονόητο, ότι, απλά, οι δύο επιστολές απαντούν σε διαφορετικά ερωτήματα και έχουν διαφορετικές στοχεύσεις, καθώς άλλες ήταν οι περιστάσεις της συγγραφής της πρώτης επιστολής του Παύλου προς τους Θεσσαλονικείς και άλλες οι περιστάσεις της συγγραφής της δεύτερης· και ότι ο συγγραφέας και των δύο επιστολών ήταν ο Παύλος. Ο Hughes, ακολουθεί τον Malherbe και λέγει πως, τελικά, οι παλαιότεροι συγγραφείς, που θεωρούσαν τον Παύλο ως συγγραφέα και της Β΄ Θεσσαλονικείς, είχαν δίκιο. Βλ. Hughes L, Kevin, Constructing Antichrist, Paul, Biblical Commentary, and the development of doctrine in the early Middle ages, Catholic University of American Press 2005, σελ. 10-11.

22 Π.χ. o Charles υποστήριξε πως, αρχικά, υπήρχαν τρεις διαφορετικές παραδόσεις, η παράδοση του Αντιχρίστου, η παράδοση του Βελίαρ και η παράδοση του Νέρωνα. Αρχικά, υπήρξε σύγχυση και συνένωση της παράδοσης του Αντιχρίστου με την παράδοση του Βελίαρ και της παράδοσης του Αντιχρίστου με την παράδοση του Νέρωνα. Στη συνέχεια συνενώθηκαν οι δύο νέες παραδόσεις που προέκυψαν απ’ αυτή την διαδικασία σε μια παράδοση Αντιχρίστου-Βελίαρ-Νέρωνα. ( Βλ. Charles, Revelation, vol. 2, σελ. 80-5 ). Κατά τον Peerbolte ο Τσαρλς, απλά, υπέταξε τις πηγές στο δικό του σχήμα ( Βλ. L. J. Lietaert Peerbolte, The Antecedents of Antichrist, A Traditio-historical study of the earliest Christian views on eschatological opponets, ο.π., σελ. 9 ).

23 Ο Gunkel πίστευε πως ο « μύθος του Αντιχρίστου » προέρχεται κατ’ ευθείαν απ’ την περί δράκοντος Βαβυλωνιακή παράδοση. Ο Bousset θεωρούσε πως ο « μύθος του Αντιχρίστου » είναι ανθρωπομορφική μεταμόρφωση του Βαβυλωνιακού δράκοντα ( Τιαμάτ ). Ο A. H. Keane στον πρόλογο της αγγλικής έκδοσης του έργου του Bousset πάει ακόμη παραπέρα. Οι Βαβυλώνιοι από κάπου θα πρέπει να πήραν το μύθο. Απ’ τους Ακκάδιους που με τη σειρά τους την πήραν απ’ τους ανθρώπους της λίθινης εποχής. Τελικά, ο « μύθος » του Αντιχρίστου προέρχεται απ’ τη μάχη του προϊστορικού ανθρώπου με τους κροκόδειλους. Εντοπίζει αναλογία με την μάχη του Ηρακλή εναντίον του Αχελώου αφού, άλλωστε, έχει την πεποίθηση πως όλοι οι μύθοι του πολιτισμένου ανθρώπου έχουν τις αρχές τους στον πρωτόγονο άνθρωπο. Και καταλήγει στη διαπίστωση πως οι « folklorists » ( λαογράφοι ) έχουν πολλή δουλειά να κάνουν αφού ο « μύθος του Αντιχρίστου είναι πολύ λιγότερο βιβλικό θέμα απ’ ότι είναι ένα κεφάλαιο της πεζής λαογραφίας, ο πιο επίμονος, ο πιο ευρέως διαδεδομένος απ’ όλους τους λαϊκούς μύθους ». Βλ. A. H. Keane, « Origin of the Babylonian Dragon myth », Prologue, The antichrist legend, A chapter in Christian and jewish folklore, englished from the german of W. Bousset, with a prologue on the Babylonian dragon myth by A. H. Keane, Hutchinson and Co, London 1896, σελ. 13,16-21 και 25-6.

24 Εντύπωση μας προκάλεσε και το γεγονός πως ο Jenks χρησιμοποιεί για τα έτη τον διαχωρισμό C.E. ( common era ) και B.C.E. ( before common era ), κάτι που συνηθίζουν λίγοι μόνο μη Χριστιανοί συγγραφείς. Στον Jenks αναφερόμαστε και σε άλλο σημείο της εργασίας μας.

25 Βλ. Renan Hernest, O Aντίχριστος, Μετάφραση Μιχ. Πριονιστή, Εκδόσεις Φαέθων, Αθήνα 1956, σελ. 30, 103-105, 178-193 κ.α.. Πρέπει να επισημανθεί πως ακόμη και οι σκληρότεροι διωγμοί δεν έκαναν τους Χριστιανούς να ταυτίσουν τον Αντίχριστο με κάποιο Ρωμαίο Αυτοκράτορα ή τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Και αυτό, κατά την γνώμη μας, οφείλεται αφ΄ ενός μεν στο ότι υπήρχε ήδη διαμορφωμένη περί Αντιχρίστου διδασκαλία και οι Χριστιανοί περίμεναν τον Αντίχριστο με ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία δεν έφεραν οι διάφοροι διώκτες τους, αφ’ ετέρου δε στην παρουσία του Αγίου Πνεύματος, που καθοδηγούσε την Εκκλησία στην αλήθεια, όπως την οδηγεί σήμερα, και όπως θα την οδηγήσει στην αναγνώριση του πραγματικού Αντιχρίστου στους έσχατους χρόνους. H διδασκαλία για τον Αντίχριστο δεν είναι απλά το αποτέλεσμα ιστορικών γεγονότων, όπως υποστήριξε ο Ρενάν. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί πως ο Ρενάν, που εξέφρασε αυτή την άποψη για τον Αντίχριστο, χαρακτηρίστηκε και ο ίδιος « αντίχριστος ». Βλ. Καρούσου Καλλινίκου, Μητροπολίτου Πειραιώς, Οι αντίχριστοι ο Αντίχριστος και αριθμός του, Εκδόσεις Χρυσοπηγή, α.τ.χ., σελ. 14 και ΚαντιώτουΑυγουστίνου, Καιροί Αποκαλύψεως 666, ο.π., σελ. 71. Σχετικά με τη μη ταύτιση των διαφόρων διωκτών του Χριστιανισμού απ’ την Εκκλησία με τον Αντίχριστο βλ. και Jenks C. Gregory, The origins and early developments of the Antichrist Myth, ο.π., σελ. 114-5.

26 Bλ. Soloviev Vladimir, War, progress, and the end of history, including a short story of the Antichrist, three discussions, ο.π., σελ. 127-8.

27 Το έργο του Soloviev έχει, βέβαια, κάποια σφάλματα. Σε γενικές γραμμές, όμως, εκφράζει την Ορθόδοξη διδασκαλία. Άλλωστε, ο ίδιος ο συγγραφέας επισημαίνει στον πρόλογο του έργου του πως η μικρή ιστορία για τον Αντίχριστο είναι ένα έργο σύμφωνο με την Βιβλο, την παράδοση της Εκκλησίας και την κοινή λογική ( Βλ. Soloviev Vladimir, War, progress, and the end of history, including a short story of the Antichrist, three discussions, ο.π., σελ. 178 ). Επίσης, χρησιμοποίησε εν μέρει κάποια ιστορικά δεδομένα της εποχής του και εν μέρει τη φαντασία ( Βλ. σχετικά τα σχόλια του Soloviev για τη μικρή ιστορία για τον Αντίχριστο στον πρόλογο του έργου του, War, progress, and the end of history, including a short story of the Antichrist, three discussions, ο.π. σελ. 26-32 ). Αυτό το έργο του Soloviev θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το πρώτο christian fiction βιβλίο για τον Αντίχριστο, απ’ το οποίο φαίνεται πως εμπνεύστηκαν οι μεταγενέστεροι συγγραφείς ανάλογων βιβλίων. Και, παρά τις όποιες θεολογικές του ανακρίβειες, είναι ένα κείμενο που κάθε Χριστιανός πρέπει να διαβάσει. Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς το επαινεί και το χρησιμοποιεί σε μια ομιλία του πάνω στην Β΄ Παρουσία ( Βλ. Ιωάννου Μαξίμοβιτς, « Ομιλία για τη φοβερή Κρίση », στο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, Ο άνθρωπος του Θεού, Α΄ Έκδοση, Εκδόσεις Μυριόβιβλος, Αθήνα 2008, σελ. 300-309 ). Δεν είναι άσκοπο να αναφερθεί σ' αυτό το σημείο πως ο C. S. Lewis δημιούργησε μια αλληγορία για τον Αντίχριστο στο έβδομο και τελευταίο βιβλίο της σειράς φαντασίας Τα χρονικά της Νάρνια, το The last battle, που εμπνεύστηκε απ’ τη σχετική χριστιανική παράδοση. H σειρά Τα χρονικά της Νάρνια, όπως επεσήμανε ο συγγραφεύς, δεν είναι, ακριβώς, αλληγορία, όπως το Pilgrim' s Progress του John Bunyan. O Lewis, όπως ο ίδιος διευκρίνισε σε επιστολή του, αρχικά, δημιούργησε στη σκέψη και τη φαντασία του ένα κόσμο με ζώα που μιλάνε, νάνους, ξωτικά και άλλα μυθικά πλάσματα. Στη συνέχεια σκέφτηκε πώς θα εκτυλίσσονταν τα γεγονότα της Ιστορίας της Θείας Οικονομίας σ’ αυτό τον κόσμο. Και έτσι δημιούργησε τη σειρά Τα χρονικά της Νάρνια. Τελικά, ο ίδιος έδωσε την αντιστοιχία των βιβλίων της σειράς με τα σχετικά γεγονότα της Θείας Οικονομίας. Η έλευση του Αντιχρίστου αλληγορείται – τρόπον τινά – στο τελευταίο βιβλίο της σειράς, όπου ο πίθηκος " Shift " παρουσιάζει στους κατοίκους της Νάρνια τον γάιδαρο " Puzzle " που φορά μια λεοντή σαν να είναι δήθεν το λιοντάρι Άσλαν ( σύμβολο του Λέοντα του Ιούδα, του Χριστού ). Η σειρά είναι απ’ τις πιο επιτυχημένες σειρές φαντασίας. Έχει μεταφραστεί σε 41 γλώσσες και έχει πουλήσει περισσότερα από 120 εκατομμύρια αντίτυπα. Τελευταία, προβλήθηκε ιδιαίτερα με την κινηματογραφική μεταφορά των τριών πρώτων βιβλίων της σειράς απ' την Walden Media, που δημιούργησε ενθουσιασμό στους Χριστιανούς και θεωρήθηκε ως η Χριστιανική απάντηση στο Χάρρυ Πότερ. Bλ. σχετικά και Lewis C. S., Η τελευταία μάχη, Τα χρονικά της Νάρνια, Βιβλίο 7ον, Κέδρος, Αθήνα 1996 και στο http://en.wikipedia.org/wiki/The_Chronicles_of_Narnia, όπου παρατίθεται και σχετική βιβλιογραφία.

28 Ο Γιόζεφ Ράντσιγκερ, Ρωμαιοκαθολικός Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄, σχολιάζοντας αυτή τη λεπτομέρεια απ’ το έργο του Σολόβιεφ γράφει πως, πράγματι, η ερμηνεία της Αγίας Γραφής μπορεί να καταστεί όργανο του Σατανά. Βλ. Ράντσιγκερ Γιόζεφ, Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ΄, Ο Ιησούς απ’ τη Ναζαρέτ, Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα 2007, σελ. 53.

29 Soloviev Vladimir, War, progress, and the end of history, including a short story of the Antichrist, three discussions, ο.π., σελ 212.

30 Όπως επισημαίνει ο Peter Machinist στον πρόλογό του στην τελευταία έκδοση του έργου του Gunkel, διάφοροι ισχυρισμοί τoυ Gunkel, αργότερα, κατέπεσαν. Έτσι, ο Thorkild Jacobsen υποστήριξε πολύ πειστικά πως οι Χαναανιτικοί μύθοι της Θεϊκής μάχης της δημιουργίας επέδρασαν στη διαμόρφωση της αντίστοιχης μεσοποτάμιας μυθολογίας των Βαβυλωνίων. Δηλαδή, συνέβη το αντίθετο από αυτό που υποστήριζε ο Gunkel. Βλ. σχετικά Herman Gunkel, Creation and Chaos in the primeval era and in the eschaton, Religio and historical study of Genesis 1 and Revelation 12, ο.π., σελ. 21.

31 Βλ. και Θεοδώρου Ανδρέα, « Η περί Αντιχρίστου ιδέα », στο περ. Θεολογία 40.1969, σελ 182: « … τὴν ὑπὸ νεωτέρων θεολόγων ὑποστηριχθεῖσαν ἄποψιν ὅτι ἡ περὶ Ἀντιχρίστου ἰδέα ὡς γενικὸν ὑπόβαθρον αὐτῆς φέρει μῦθον ἐσχατολογικὸν καὶ κοσμολογικὸν ὑπὸ ποικίλας ἀποχρώσεις ἀπαντῶντα παρὰ τοῖς Βαβυλωνίοις, Πέρσαις, Αἰγυπτίοις, Ἕλλησι και Γερμανοῖς, ὡς ἀντιφάσκουσαν πρὸς τὴν θεοπνευστίαν τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ καταλύουσαν τὰς βάσεις τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, ἀντιπαρερχόμεθα ἄνευ ἄλλης εἰδικῆς μνείας », και Θεολογία 39, 1970, σελ. 110 « ἡ τρίτη πάλι ἐρμηνεία, συσχετίζουσα τὴν θείαν ἐξ ἀποκαλύψεως ἀλήθειαν πρὸς τὴν ἀρχαίαν μυθολογικὴν παράδοσιν τῆς ἐπιθέσεως τοῦ δράκοντος ἐναντίον τῶν θεῶν ἐν οὐρανοῖς, εἶναι ἀφ’ ἑαυτῆς ἀπόβλητος καὶ ἀπορριπτέα ». Βλ. και περ. Θεολογία, 1970, σελ. 228 και Π. Μπρατσιώτου, Η Αποκάλυψις του Αποστόλου Ιωάννου, ο.π., σελ. 192-3.

32 Pieper Joseph, The end of time: A meditation on the philosophy of history, translated by Michael Bullock, New York, Ignatius Press, San Francisco 1999. Για τον Αντίχριστο βλ. στις σελίδες 119-145. Αξιόλογο είναι και το έργο του Daley E. Brian, The hope of the early church, A handbook of patristic eschatology, Oxford University Press, Oxford 1991, όπου εξετάζεται η Πατερική εσχατολογίαόχι μόνο το θέμα του Αντιχρίστουτων έξι πρώτων αιώνων.

33 Νewman, The patristic idea of Antichrist, No 83 of Tracts for the times, by members of the University of Oxford, vol. v ( 1838-40 ), London 1840.

34 Tο έργο του Arthur W. Pink, The Antichrist, A systematic study of Satans counterfeit Christ, είναι αξιόλογο παρά το ότι δεν επικαλείται πατερικά κείμενα και στηρίζεται, αποκλειστικά, στην Αγία Γραφή. Πάντως, άσκησε μεγάλη επίδραση στην Αμερική και, σε γενικές γραμμές, δίνει σωστές πληροφορίες για το πρόσωπο και την εποχή του Αντιχρίστου. Βλ. Arthur W. Pink, The Antichrist, A systematic study of Satans counterfeit Christ, ANF, Grand Rapids, U.S.A. α.χ..

35 Ενδεικτικά, αναφέρουμε το πόνημα του Ανδρέου Θεοδώρου, Η περί Αντιχρίστου ιδέα, και το έργο του π. Χαραλάμπους Βασιλοπούλου, ο Αντίχριστος. Πάντως, όλα τα βιβλία για τον Αντίχριστο που διαβάσαμε και έχουν εκδοθεί στην Ελλάδα τα τελευταία 50 χρόνια αποδίδουν σε γενικές γραμμές την πατερική διδασκαλία. Στην Ελλάδα δεν έχει εκδοθεί κάποιο έργο ανάλογο με αυτό του Βousset. Σχετικές απόψεις έχουν, βέβαια, εκφραστεί αλλά με επιφύλαξη και πολύ συγκρατημένα, ως αναπαραγωγή αντίστοιχων απόψεων των αναθεωρητών θεολόγων της Δύσεως. Η δική μας βασική ένσταση στα σχετικά έργα που έχουν κυκλοφορήσει είναι ότι σ’ αυτά δεν παρουσιάζεται η πατερική ερμηνεία της Αγίας Γραφής αλλά ερμηνευτικές θέσεις των πιο ασεβών απ’ τους αναθεωρητές θεολόγους της Δύσης. Οι συγγραφείς αυτών των έργων δεν παραθέτουν τις ερμηνείες των Αγίων της Εκκλησίας που ερμήνευσαν τα σχετικά με τον Αντίχριστο χωρία της Αγίας Γραφής αλλά αναπαράγουν τις απόψεις του Renan, του Jenks και άλλων ομοϊδεατών τους, χωρίς, μάλιστα, να παραπέμπουν πάντοτε ευθέως σ’ αυτούς. Και αναφέρουν αυτές τις θέσεις χωρίς να εξετάζουν τη συμφωνία ή τη διαφωνία τους προς την Ορθόδοξη Παράδοση. Εμείς, πάντως, θα σημειώσουμε πως ακόμη και στο χώρο της Προτεσταντικής Θεολογίας, όπου δεν υπάρχει η έννοια της Παράδοσης της Εκκλησίας, οι φωνές των αναθεωρητών θεολόγων, που θεωρούν την μελλοντική έλευση του Αντιχρίστου παραμύθι, αποτελούν μια θλιβερή μειοψηφία. Για ποιό λόγο επιλέγεται να προβάλλεται η άποψη αυτής της μειοψηφίας σαν να είναι δήθεν η πανθομολογούμενη θέση των ανά τον κόσμο ερευνητών της Θεολογίας, είναι, πράγματι, άξιο απορίας. Και είναι, βέβαια, χρήσιμο να παρουσιάζονται οι διάφορες απόψεις που διατυπώνονται στη σύγχρονη βιβλιογραφία. Όμως, αυτή η παρουσίαση πρέπει να γίνεται μέσα από ένα ορθόδοξο πρίσμα. Να γίνεται με κριτικό πνεύμα. Να συνοδεύεται από εξέταση της συμβατότητας ή της μη συμβατότητας αυτών των απόψεων με την Ορθόδοξη Παράδοση. Και, επιτέλους, πρέπει να αφιερώνεται ο ίδιος χρόνος, ο ίδιος κόπος, η ίδια προσπάθεια και για την παρουσίαση των θέσεων των παραδοσιακών Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών θεολόγων, αυτών που βρίσκονται πλησιέστερα στην Ορθόδοξη Θεολογία. Διαπιστώνουμε, γενικότερα, μια προτίμηση στους αναθεωρητές που δεν ταιριάζει στην Ορθόδοξη Ελλάδα. Ταιριάζει, ίσως, στη Γαλλία ή τη Γερμανία, όπου το πνεύμα της αθεΐας έχει παρεισφρύσει ακόμη και στη Θεολογία. Δεν ταιριάζει στο δικό μας τόπο, τη δική μας Θεολογία. Εδώ, είναι Ελλάδα. Εδώ, όλα αυτά μοιάζουν, όπως και είναι, ξένα και παράταιρα. Ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, έρχονται σ’ απόλυτη αντίθεση με την πίστη και το βίωμα του Ορθοδόξου πληρώματος, το οποίο μέσα απ’ τη Θεία Λατρεία οδηγείται « εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν ». Δεν θα πρέπει να λησμονείται πως η ορθόδοξη ερμηνευτική πρακτική θέλει τον ερμηνευτή να ανατρέχει πρώτιστα στα πατερικά έργα για την ερμηνεία της Βίβλου. Αυτό τονίζεται και στον 19ο κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, όπου ορίζεται πως στο κήρυγμα του θείου λόγου δεν πρέπει να παραβαίνονται τα δόγματα που ήδη έχουν τεθεί και η παράδοση των θεοφόρων Πατέρων· και επισημαίνεται πως « εἰ γραφικὸς ἀνακινηθείη λόγος, μὴ ἄλλως τοῦτον – οἱ τῶν ἐκκλησιῶν προεστῶτες – ἐρμηνευέτωσαν, ἤ ὡς ἄν οἱ τῆς ἐκκλησίας φωστῆρες, καὶ διδάσκαλοι, διὰ τῶν οἰκείων συγγραμμάτων παρέθεντο· καὶ μᾶλλον ἐν τούτοις εὐδοκιμείτωσαν, ἤ λόγους οἰκείους συντάττοντες· ἵνα μή, ἔστιν ὅτε, πρὸς τοῦτο ἀπόρως ἔχοντες, ἀποπίπτοιεν τοῦ προσήκοντος » ( Ακανθοπούλου Προδρόμου, Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησιαστικών Νόμων, Β΄ Έκδοση, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 124-125 ).